Γιώτα Κότα: Η ιστορία του κοριτσιού που το 1999 έμεινε 5,5 ώρες κάτω από τα συντρίμμια

Γιώτα Κότα: Η ιστορία του κοριτσιού που το 1999 έμεινε 5,5 ώρες κάτω από τα συντρίμμια

Συγκλονίζουν οι περιγραφές της γυναίκας που στα 10 της χρόνια είχε εγκλωβιστεί

στα ερείπια της πολυκατοικίας που έμενε στην Μεταμόρφωση

7 Σεπτεμβρίου 1999

Ήταν 7 Σεπτεμβρίου του 1999 και οι δείκτες των ρολογιών έδειχναν 14:57 το μεσημέρι όταν ο υπόκωφος θόρυβος που ακούγεται αποτελεί το έναυσμα για τον ισχυρότερο και φονικότερο σεισμό των τελευταίων ετών. Μέσα σε 15 δευτερόλεπτα σπίτια έπεσαν σαν χάρτινοι πύργοι παρασύροντας ανάμεσα στα συντρίμμια και ανθρώπινες ζωές. Η Γιώτα Κότα, κοριτσάκι 10 ετών τότε, έζησε τον απόλυτο εφιάλτη. Όταν έγινε ο σεισμός, βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα μαζί με τον πατέρα της, την αδερφή της και τον παππού της. Η μικρή τότε Γιώτα έμεινε εγκλωβισμένη κάτω από τα μπάζα για περίπου πεντέμισι ώρες!

Εγώ ήμουν στις οικογένειες που θρηνούσαν τα θύματά τους

«Το σπίτι μας ήταν στη Μεταμόρφωση και ήταν μια τετραώροφη πολυκατοικία που ζούσαν 16 οικογένειες

. Δυστυχώς 16 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στα ερείπια της πολυκατοικίας εκείνη την ημέρα. Οχτώ οικογένειες από την πολυκατοικία είχαν θύματα και οι άλλες οχτώ δεν είχαν. Εγώ ήμουν στις οικογένειες που θρηνούσαν τα θύματά τους. Εκείνο το μεσημέρι ο πατέρας μου είχε γυρίσει από το μαγαζί και είχε ξαπλώσει στον καναπέ για να ξεκουραστεί. Εγώ με την αδερφή μου ήμασταν στο σαλόνι και βλέπαμε τηλεόραση. Θυμάμαι πολύ έντονα τη δόνηση του σεισμού και τον πατέρα μου να φωνάζει: «Κορίτσια, μην φοβάστε κάνει σεισμό». Ξαφνικά, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μαύρισαν όλα. Το σπίτι μας κατέρρευσε σε δευτερόλεπτα. Ξαφνικά βρεθήκαμε μέσα στα μπάζα, πλακωμένοι από τις κολόνες. Δεν είχαμε χρόνο να σηκωθούμε από τις θέσεις μας και να προστατευτούμε. Θυμάμαι ακόμα τη ρωγμή στον τοίχο και μετά σκοτάδι.

Η αδερφή μου, 13 ετών, είχε πεθάνει αμέσως

Στην αρχή είχα τις αισθήσεις μου και φώναζα στην αδερφή μου για να μου μιλήσει αλλά δεν άκουγα τη φωνή της. Δυστυχώς η αδερφή μου, 13 ετών τότε, είχε πεθάνει αμέσως. Ο πατέρας μου, εγκλωβισμένος κι αυτός κάτω από τα μπάζα, μας έλεγε: «μη φοβάστε κοριτσάκια μου, θα μας βγάλουν αμέσως». Προσπαθούσε να μας εμψυχώσει χωρίς να ξέρει ότι η αδερφή μου δεν ζει.

Είχα σκόνη και χώμα στο στόμα μου αλλά δεν είχα την αντίληψη σαν μικρό παιδάκι, τότε, ότι είχε πέσει όλο το κτήριο πάνω μας. Ούτε πήγε το μυαλό μου ότι μπορεί η αδερφή μου να έχει πεθάνει.

Όσο περνούσε η ώρα καταλάβαινα ότι αλλάζει η αναπνοή και ο τόνος της φωνής του πατέρα μου μέχρι που δεν ακουγόταν πια. Θυμάμαι ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν ξεψυχήσει μου έλεγε να μην φοβάμαι. Όταν σταμάτησα να ακούω τη φωνή του πατέρα άρχισα να φοβάμαι και να καταλαβαίνω ότι κάτι κακό έχει συμβεί. Δεν άκουγα κανέναν από την οικογένεια και κάποια στιγμή έχασα τις αισθήσεις μου κι εγώ».

«Έμεινα εγκλωβισμένη 5,5 ώρες κάτω από τα συντρίμμια»

Όπως η ίδια λέει, έζησε από θαύμα. Έκανε συνέχεια μετασεισμούς και ο δικός της απεγκλωβισμός δεν ήταν καθόλου εύκολος. Μια κολόνα είχε πέσει σχεδόν επάνω της και δυσκόλευε το έργο των διασωστών οι οποίοι αναγκάστηκαν να σκάψουν από άλλο σημείο για να την απεγκλωβίσουν. «Έμεινα πεντέμισι ώρες κάτω από τα συντρίμμια και πονούσα πολύ. Ξαφνικά,εκεί που είχα χάσει τις αισθήσεις μου, ξύπνησα από μια φωνή να λέει: " Είναι κανείς εδώ" και τότε άρχισα να φωνάζω: " Βοήθεια, βοήθεια".

Έκανε συνέχεια μετασεισμούς και τα ξύλα πίεζαν το κεφάλι μου

Ο απεγκλωβισμός μου δεν ήταν γρήγορος. Πόναγε το κεφάλι μου γιατί είχαν πέσει κάποια ξύλα που πίεζαν τους κροτάφους μου και μου προκαλούσαν πόνο. Έκανε συνέχεια μετασεισμούς και τα ξύλα πίεζαν το κεφάλι μου. Στο υπόλοιπο σώμα μου είχαν πέσει μπάζα και δεν μπορούσα καθόλου να κουνηθώ. Τα πόδια και τα χέρια μου δεν μπορούσα να τα κουνήσω. Μόνο το στόμα που μπορούσα να μιλάω στους διασώστες και ευτυχώς κατάφεραν να με εντοπίσουν. Φοβόμουν πολύ το κομπρεσέρ με το οποίο προσπαθούσαν να με απεγκλωβίσουν αλλά τα ξύλα που ήταν κοντά στο κεφάλι μου με πίεζαν όλο και περισσότερο και τους φώναζα να σταματήσουν. Κατάλαβα ότι έπεσε η πολυκατοικία όταν με απεγκλώβισαν. Ήμουν τόσο σοκαρισμένη που νόμιζα ότι μόνο το δικό μας σπίτι είχε πρόβλημα γιατί ήμουν και 10 ετών τότε. Η μητέρα μου η οποία έλειπε από το σπίτι, είχε σοκαριστεί πάρα πολύ όταν γύρισε και μας είδε όλους κάτω από τα χαλάσματα. Η μητέρα μου είχε καταλάβει από την αρχή ότι η αδερφή μου δεν θα ζούσε γιατί γνώριζε ότι είχε αλλεργία στη σκόνη».

«Από τα πέντε μέλη στην οικογένεια, μείναμε μόνο εγώ και η μητέρα μου»

Η Γιώτα, μετά τον απεγκλωβισμό της, διακομίσθηκε στο νοσοκομείο, όπου τις παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Είχε, όμως, χάσει τους τρεις δικούς της ανθρώπους, τον πατέρα της, Γιάννη, 60 ετών τότε, την αδερφή της, Σωτηρία, 13 μόλις ετών και τον 79χρονο παππού της, Παναγιώτη. «Ήμουν ψύχραιμη. Ένιωθα ότι έπρεπε να βοηθήσω τη μητέρα μου», λέει σήμερα η Γιώτα. Η μητέρα της τα δραματικά εκείνα 15 δευτερόλεπτα του φονικού Εγκέλαδου δεν ήταν σπίτι. Το σοκ που υπέστη, χάνοντας τους δικούς της ανθρώπους, ήταν τεράστιο. «Όταν με απεγκλώβισαν, αγκάλιασα πολύ δυνατά τη μητέρα μου, η οποία έκλαιγε πολύ. Όταν ρώτησα τι απέγιναν ο πατέρας μου και η αδερφή μου, δεν μου έλεγαν την αλήθεια. Έμαθα για το χαμό της αδερφής μου και του πατέρα μου από τη μαμά μου δυο μέρες μετά. Τον πρώτο καιρό ένιωθα πολύ άσχημα που εγώ ήμουν ζωντανή και οι άλλοι δεν τα κατάφεραν. Από τα πέντε μέλη στην οικογένεια μείναμε μόνο εγώ και η μητέρα μου. Είχαμε πολύ θυμό και εγώ και η μητέρα μου για το τραγικό συμβάν. Τώρα πια δεν φοβάμαι τους σεισμούς. Φοβάμαι μην πάθουν κάτι κακό οι δικοί μου άνθρωποι. Σκέφτομαι κάθε μέρα το συμβάν, την αδερφή μου και τον μπαμπά μου και μου λείπουν πάρα πολύ. Σκέφτομαι πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας αν ζούσαμε όλοι μαζί σαν οικογένεια και πως από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να αλλάξει η ζωή σου για πάντα». Οι δυο τους λίγο καιρό μετά τον σεισμό του 1999 έμειναν για τρία χρόνια στον καταυλισμό σεισμοπλήκτων στη Μεταμόρφωση. Αργότερα, τούς δόθηκε αποζημίωση για το σπίτι που έχασαν και με τα χρήματα αυτά μετακόμισαν σε άλλη περιοχή.

Δεν μου έλεγαν ότι είχαν πεθάνει ο μπαμπάς και η αδερφή μου

Η Γιώτα, σήμερα, βρίσκεται στην Κέρκυρα και κάνει το διδακτορικό της στη Φιλοσοφία. Όνειρό της είναι να ασχοληθεί με την έρευνα και με το πείσμα και τη θέλησή της θα τα καταφέρει, όπως η ίδια λέει. Άλλωστε, έχει μάθει από παιδί τις δυσκολίες της ζωής. Όταν ρώτησα τι απέγιναν ο πατέρας μου και η αδερφή μου, δεν μου έλεγαν την αλήθεια. Έμαθα για το χαμό της αδερφής μου και του πατέρα μου από τη μαμά μου δυο μέρες μετά. Τον πρώτο καιρό ένιωθα πολύ άσχημα που εγώ ήμουν ζωντανή και οι άλλοι δεν τα κατάφεραν.

Από τα πέντε μέλη στην οικογένεια μείναμε μόνο εγώ και η μητέρα μου. Είχαμε πολύ θυμό και εγώ και η μητέρα μου για το τραγικό συμβάν. Τώρα πια δεν φοβάμαι τους σεισμούς. Φοβάμαι μην πάθουν κάτι κακό οι δικοί μου άνθρωποι. Σκέφτομαι κάθε μέρα το συμβάν, την αδερφή μου και τον μπαμπά μου.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: