Δημήτρης Σταρόβας: Δεν μπορώ αυτή την αηδία, να αποφασίσω εγώ για το παιδί μου

Δημήτρης Σταρόβας: Δεν μπορώ αυτή την αηδία, να αποφασίσω εγώ για το παιδί μου

Οι περισσότεροι συνδυάζουν το καλοκαίρι με τον ήλιο, τη θάλασσα, την ξεκούραση, λογικά και το καρπούζι. Για τον Δημήτρη Σταρόβα, όμως, αυτοί οι μήνες είναι γεμάτοι ταξίδια στην Ελλάδα και καθημερινές μετακινήσεις, με μοναδική απόλαυση το χειροκρότημα του κοινού. Αυτό συμβαίνει για ακόμη μια χρονιά, αυτή τη φορά με την παράσταση Toc Toc, που οργώνει την ελληνική επαρχία.

«Έχω να κάνω διακοπές πάνω από είκοσι χρόνια, αφού κάθε καλοκαίρι δουλεύω. Από την άλλη, τον χειμώνα πέφτω σε χειμερία νάρκη. Λόγω του ότι παίζω στα μαγαζιά, αποφεύγω να βγαίνω έξω. Τα τελευταία δύο χρόνια κάνω Πρωτοχρονιά στο σπίτι μου. Πάντα δούλευα. Γι’ αυτό και οι γιορτές μού προκαλούν κατάθλιψη».

Η επιτυχία στη ζωή του ήρθε ξαφνικά. Το ευρύ κοινό της γενέτειράς του, Θεσσαλονίκης, τον γνώρισε μέσα από τις παραστάσεις με τους Άγαμους Θύταις, των οποίων υπήρξε σταθερό μέλος, ενώ λίγο αργότερα ήρθε η πρόταση που έμελλε να τον κάνει πανελλήνια αναγνωρίσιμο από τη μια στιγμή στην άλλη, ως ο Θεσσαλονικιός στους Δέκα Μικρούς Μήτσους.

«Ο Λάκης ήθελε να προσθέσει στους Μήτσους δύο χαρακτήρες Θεσσαλονικείς. Το συζητούσε με διάφορους. Αυτός που με πρότεινε ήταν ο Αντώνης Καφετζόπουλος και του το χρωστάω. Με τον Λάκη είχαμε γνωριστεί μια φορά που είχε έρθει να δει τους Άγαμους Θύταις, οπότε, όταν του το είπε ο Αντώνης, με πήρε τηλέφωνο. Θυμάμαι ότι το γύρισμα για το πρώτο επεισόδιο κράτησε περίπου είκοσι ώρες. Το έψαχνε πολύ ο Λάκης. Πρόσεχε όλες τις λεπτομέρειες. Μετά το πρώτο επεισόδιο, βρέθηκα από το ένα άκρο στο άλλο. Η σειρά έκανε υψηλές τηλεθεάσεις, την έβλεπε η μισή Ελλάδα. Από εκεί που μέχρι πριν από μερικές μέρες περπατούσα με την ησυχία μου, ξαφνικά άρχισαν όλα να αλλάζουν…».

«Δεν θα ήθελα να έχω πολλά χρήματα στη ζωή μου»

Με τα χρόνια η ζωή του άρχισε να παίρνει μια διαφορετική επαγγελματική τροπή, με αποτέλεσμα να κληθεί να αποχαιρετήσει τη Θεσσαλονίκη το 2001 μετακομίζοντας μόνιμα στην Αθήνα. «Οι πρώτες φορές που κατεβαίναμε με τους Άγαμους στην Αθήνα ήταν τον χειμώνα του 1993, όταν παίζαμε με τον Νταλάρα στο Αττικό. Θυμάμαι ότι τότε είχα πάθει ήττα. Μου έλεγαν “Στις 13.30 έχουμε αυτό το ραντεβού εκεί, στις 15.00 αλλού και στις 22.00 πρέπει να είμαστε στο συγκεκριμένο σημείο”. Με έπιασε πανικός. Έλεγα ότι θα φύγω, αλλά τελικά προσαρμόστηκα. Μπορεί στους Μήτσους το “χαλαρά” των Θεσσαλονικιών να ήταν στην υπερβολή του, όμως είναι αλήθεια ότι η ζωή στη Θεσσαλονίκη, σε σχέση με την Αθήνα, είναι πολύ διαφορετική».

Οι τρελοί ρυθμοί της πόλης και της δουλειάς του πολεμούν με την αναβλητικότητα που συχνά τον χαρακτηρίζει και στο τέλος κερδίζουν. «Όταν κάτι με ενδιαφέρει, το κυνηγάω, δεν κουράζομαι και είμαι συνεπής. Αν είναι κάτι όμως που δεν με νοιάζει –και δεν το λέω υποτιμητικά–, μια απλή υποχρέωση, τότε δεν μπορώ. Λέω “τώρα θα πάω, ύστερα θα πάω” και δεν ξεκινάω ποτέ. Τελευταία έχω θέματα και με πράγματα σοβαρά, που πρέπει να διευθετήσω σύντομα. Γενικώς δεν μπορώ τα προβλήματα, τα οποία είναι βέβαια μέσα  στη ζωή μας και πρέπει να τα λύνουμε για να μη μας εγκλωβίσουν. Το να τα αφήνεις ενέχει και την παγίδα ότι μεγαλώνουν και πληθαίνουν, σε πνίγουν και τρέχεις τελευταία στιγμή».

Δουλεύει ασταμάτητα, ενώ παραδέχεται ότι στο παρελθόν δεν διαπραγματευόταν σωστά τις οικονομικές συμφωνίες. «Τα τελευταία δύο χρόνια ζητάω τα κεκτημένα μου. Παλιά δεν με ενδιέφερε και τόσο. Δεν πάει έτσι όμως, γιατί αυτό δεν το εκτιμάει κανείς. Νομίζουν ότι είσαι κορόιδο».

Βάζει την προσωπική του γαλήνη σε προτεραιότητα και, όπως εξομολογείται, «Δεν ήθελα να κάνω ποτέ κάποιο πρωταγωνιστικό ρόλο γιατί δεν είμαι διατεθειμένος να θυσιάσω τη ζωή μου για μια δουλειά. Το να είσαι νούμερο ένα έχει το δικό του κόστος. Το πληρώνεις στην καθημερινότητά σου. Πρέπει να ασχολείσαι με αυτό και να ορίζεις ανάλογα τη ζωή σου. Είμαι κατά του πρωταθλητισμού στην τέχνη. Μια χαρά είμαστε έτσι όπως είμαστε».

Όσον αφορά τη σχέση του με το χρήμα, δηλώνει: «Το μισώ. Με εκνευρίζει που χρειαζόμαστε λεφτά για τα πάντα. Για να γεννηθείς, για να πεθάνεις, για να σπουδάσεις, για να γίνεις καλά, αλλά και για να νιώσεις καλά χρειάζεσαι χρήματα. Από την άλλη, αντιλαμβάνομαι ότι είναι αναγκαίο κακό. Δεν θα ήθελα να έχω πολλά χρήματα στη ζωή μου. Υπάρχουν για να τα τρώμε. Να μαζεύουμε λεφτά για να τα πάρουμε στον άλλο κόσμο; Εγώ βέβαια είμαι και μια ιδιάζουσα περίπτωση, γιατί μόλις ανέβασα το κασέ μου, ήρθε η σκατοκρίση και μας διέλυσε. Δεν πρόλαβα να κάνω τέσσερις-πέντε σεζόν, να μαζέψω χρήματα και να έχω λίγο το κεφάλι μου ήσυχο, οπότε είμαι αναγκασμένος να κάνω τώρα την τριπλάσια δουλειά για το ένα τρίτο των χρημάτων που θα έπαιρνε κανείς μια δεκαετία πριν».

«Με την κόρη μου θέλω να είμαστε φίλοι»

Οι γυναίκες έπαιξαν ξεχωριστό ρόλο στη ζωή του. Ο Δημήτρης μετράει στο ενεργητικό του δύο γάμους, ενώ από τον δεύτερο απέκτησε την 15χρονη πλέον κόρη του, Εβελίνα. «Δεν με τρόμαζε ποτέ ο γάμος. Ήξερα ότι, αν κάπου δεν λειτουργεί το πράγμα, το σταματάς. Πολύς κόσμος, ξέρεις, πέφτει στην παγίδα. Παντρεύονται και κάθονται και τυραννιούνται. Υποτίθεται ότι δεν χωρίζουν για τα παιδιά, τα οποία καταλήγουν να μεγαλώνουν σε ένα αρνητικό κλίμα» εξηγεί, ενώ συνεχίζει μιλώντας για τη σχέση με την κόρη του.

«Η αλήθεια είναι ότι την έχω λίγο περισσότερο λάσκα απ’ ό,τι θα ήθελα. Θεωρώ ότι είναι πια σε μια ηλικία που πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε παραπάνω. Έχουμε μια σχέση εμπιστοσύνης και μεγάλης αγάπης, δεν με φοβάται ούτε με ντρέπεται. Έχουμε τους κώδικές μας. Συνεννοούμαστε με μια ματιά, αλλά θα ήθελα να ξέρω περισσότερα μυστικά της, όπως και αυτή δικά μου. Αν το πετύχω αυτό, θα είμαι πανευτυχής. Θέλω να είμαστε φίλοι. Αυτή άλλωστε είναι και η υποχρέωση του γονιού: Να μεγαλώνει το παιδί με τα εφόδια που θέλει να του δώσει και να είναι εκεί προκειμένου να το στηρίζει. Πρέπει να αφήνεις το παιδί να κάνει αυτό που αγαπάει και όχι να του επιβάλλεις εσύ τι πρέπει να του αρέσει. Και το λέω αυτό γιατί το βλέπω συχνά γύρω μου και μου γυρίζουν τα μυαλά. Δεν μπορώ αυτή την αηδία. Να αποφασίσω εγώ για το παιδί μου τι του αρέσει και ποιος γκόμενος της κάνει; Εντάξει, αν δω ότι πάει κάπου να καταστραφεί ή να υποστεί σοβαρές συνέπειες, εννοείται ότι θα επέμβω, αλλά μέχρι εκεί».

Τον ρωτάω αν τον επηρεάζει η άποψη της κόρης του και με απόλυτη ειλικρίνεια μου απαντάει: «Μου λέει τη γνώμη της, έχει ένστικτο και την ακούω. Βέβαια αυτή είναι και μια ερώτηση που όταν γίνεται ξαφνικά όλοι αρχίζουν και λένε κάτι παπαριές του τύπου “Η κόρη μου ή ο γιος μου είναι ο πιο αυστηρός κριτής”. Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά».

Τα τελευταία τρία χρόνια έχει μπει στη ζωή του η Άννα Σταθάκη, μια όμορφη γυμνάστρια που δεν φεύγει από το πλευρό του, ενώ, όπως αποκαλύπτει, βρίσκεται δίπλα του και κατά τη διάρκεια της περιοδείας. Μιλώντας για την ιδιοσυγκρασία των γυναικών και μη χάνοντας λεπτό το χαρακτηριστικό χιούμορ του, λέει: «Παρότι έχω αποφασίσει ότι οι γυναίκες σκέφτονται διαφορετικά από εμάς αλλά όχι λανθασμένα, δεν παύω να εκπλήσσομαι. Είστε για μελέτη. Θα μας ψοφήσετε όλους στο τέλος. Πήγαινε σε ένα ΚΑΠΗ και θα δεις ότι στους 100 οι 98 είναι γριές. Όλοι οι άντρες είναι πεθαμένοι», ενώ συνεχίζει:

«Μία από τις διαφορές μας είναι ότι οι άντρες δεν χάνουν ποτέ την παιδικότητά τους. Εσείς μετά τα 17-18 σοβαρεύετε. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Εμείς έχουμε μια πιο αγνή προσέγγιση στα πράγματα. Διατηρούμε την αφέλειά μας. Εσείς είστε πολύπλοκα μηχανήματα. Θα πείτε μια ατάκα και θα μας αφήσετε παγωτό. Σκέφτεται ο άντρας “Καλά, πού το είχε κρυμμένο αυτό; Στο πίσω μέρος του μυαλού της;”. Έχω αποφασίσει ότι μέχρι να πεθάνω θα εκπλήσσομαι από γυναικείες συμπεριφορές. Αν ήσασταν εντάξει, θα είχε γυναίκα και ο Θεός. Το έχω πει εκατό φορές, αλλά δεν με ακούει κανείς. Είδες κανένα θεό με γκόμενα; Όλοι μόνοι τους είναι, εκτός από τον μαλάκα τον Δία».

«Τι προβλήματα έχω;»

Λέει πάντα αυτό που σκέφτεται, ενώ με το χιούμορ του συχνά καμουφλάρει τις ευαισθησίες του. «Ακούω συχνά να λένε “Ελα, τι ανάγκη έχεις εσύ; Όλο γελάς, κάνεις πλάκες”. Δεν πάει έτσι όμως. Είναι πολλοί οι άνθρωποι –ιδίως οι κωμικοί– που μπορεί να έχουν χιούμορ, και στις προσωπικές τους στιγμές να είναι μέχρι και ψιλοκαταθλιπτικοί. Μπορεί να με συγκινήσει το οτιδήποτε. Κλαίω στις ταινίες και παθαίνω γενικά διάφορα τέτοια».

Μεταξύ άλλων, θυμάται μια στιγμή κατά τη διάρκεια των παραστάσεων του Toc Toc στη Θεσσαλονίκη που τον άγγιξε βαθιά. «Τον χειμώνα ήρθε να παρακολουθήσει την παράσταση ο Δημήτρης, ένα αγόρι 13 ετών που είχε το σύνδρομο Τουρέτ. Είναι το σύνδρομο που έχει ο ρόλος μου στην παράσταση. Η στιγμή που τον γνωρίσαμε ήταν συγκλονιστική, τον βγάλαμε και στη σκηνή. Οι περισσότεροι ενοχλούνταν λόγω των κραυγών. Κάθε τρία λεπτά έβγαζε ουρλιαχτά, πεταγόταν όρθιος. Προσπαθούσε ο καημένος να μείνει ήσυχος, έβαζε το μπουφάν στο στόμα για να μην ακούγεται. Ήταν πολύ συγκινητικό. Η μητέρα του μας λέει “Από παντού μας διώχνουν”. Εκεί νιώθεις και αχάριστος. Βλέπεις ένα παιδάκι 13 χρόνων να έχει αυτό το πράγμα, που δεν θεραπεύεται, και μετά σκέφτεσαι “Έχω προβλήματα’’; Τι προβλήματα έχω;”» αναρωτιέται γνωρίζοντας την απάντηση… Τελειώνοντας την κουβέντα μας, αντιλαμβάνομαι ότι ο Δημήτρης είναι ο άνθρωπος που θα σε βοηθήσει να δεις, ακόμη και στην πιο δύσκολη στιγμή, το ποτήρι μισογεμάτο!

Το διαβάσαμε στο peoplegreece


 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: